Ο General Manager της Μυκόνου Betsson, Γιάννης Τζήμας, μίλησε στο mykonosbc.gr για την πρόκριση στα playoffs, συγκρίνοντας το αρχικό όραμα με την πραγματικότητα του σήμερα και ξεχωρίζοντας τρεις στιγμές που σημάδεψαν τη φετινή διαδρομή.

Η Μύκονος Betsson, στην πρώτη της συμμετοχή στη μεγάλη κατηγορία του ελληνικού μπάσκετ, όχι μόνο στάθηκε αξιοπρεπώς, αλλά μπήκε στα playoffs. Τι αντιπροσωπεύει για τον οργανισμό αυτή η επιτυχία;

«Νομίζω πως η λέξη που αποτυπώνει καλύτερα την κατάσταση είναι η “υπέρβαση”. Πρόκειται για μια υπέρβαση σε όλα τα επίπεδα. Υπάρχει έντονη αίσθηση υπερηφάνειας και χαράς, αλλά και δικαίωση για τις προσπάθειες ανθρώπων που, πριν από λίγα χρόνια, δύσκολα θα φαντάζονταν μια τέτοια εξέλιξη. Έχουμε να κάνουμε με μια ομάδα που πριν από μια πενταετία δεν διέθετε καν κλειστό γήπεδο και πριν από δύο χρόνια πάλευε για την παραμονή στην Elite League. Κι όμως, σήμερα μιλάμε για μια σεζόν που χαρακτηρίζεται από συνέπεια και σοβαρότητα, χωρίς έπαρση, με την πρόκριση στα playoffs να επιβεβαιώνει την ανοδική μας πορεία».

Ποια ήταν η στιγμή στη διάρκεια της σεζόν που νιώσατε «ναι, αυτή η ομάδα μπορεί να τα καταφέρει»;

«Ίσως ακουστεί υπερβολικό, αλλά αυτή η αίσθηση υπήρχε ήδη από τα φιλικά προετοιμασίας. Η Μύκονος έδειξε από πολύ νωρίς εντυπωσιακή συνοχή. Στις 45 ημέρες που δουλέψαμε μακριά από το νησί, φάνηκε πως υπήρχε μια πραγματικά δεμένη παρέα, με έντονο οικογενειακό κλίμα, ξένους παίκτες με μεγάλη εμπειρία και άψογο χαρακτήρα, ποιοτικούς Έλληνες και ένα εξαιρετικό τεχνικό επιτελείο.

Επειδή ήμουν κοντά σε όλη αυτή την προσπάθεια και γνωρίζω τόσο τη διοίκηση όσο και την ηρεμία που εκπέμπει, είχαμε από νωρίς την αίσθηση ότι, αν καταφέρναμε να πάρουμε μία-δύο νίκες γρήγορα προκειμένου να σταθούμε στα πόδια μας ως νεοφώτιστοι, θα μπορούσαμε να έχουμε μια καλή πορεία.

Η πρώτη νίκη επί του Ηρακλή, εκτός έδρας και σε πρώιμο στάδιο της σεζόν, απέναντι σε μια ομάδα που είχε ήδη δείξει τη δυναμική της, ήταν κομβική. Στη συνέχεια, η μεγάλη επιβράβευση ήρθε με τη νίκη απέναντι στον ΠΑΟΚ. Θεωρώ πως αυτά τα αποτελέσματα σημάδεψαν την εκκίνησή μας και την πορεία του πρώτου γύρου. Με έξι νίκες σε αυτό το διάστημα, μια νεοφώτιστη ομάδα είχε ουσιαστικά ήδη πετύχει τον βασικό της στόχο».

Η Μύκονος Betsson έδειξε συνέπεια, οργάνωση και χαρακτήρα. Τι από τα τρία θεωρείτε πιο δύσκολο να χτιστεί και πώς το καταφέρατε σε έναν οργανισμό που ουσιαστικά «μεγάλωσε» φέτος;

«Πάνω σε αυτά τα τρία χαρακτηριστικά βασίστηκε η δημιουργία της ομάδας. Μας ακολούθησαν από την αρχή της πορείας μας και συνέβαλαν στο τελικό αποτέλεσμα.

Αγωνιστικά, δείξαμε συνέπεια, ακόμη κι όταν υπήρξε μια κάμψη μέσα στη σεζόν, την οποία καταφέραμε να ξεπεράσουμε. Σε αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο η ηρεμία που χαρακτηρίζει τη διοίκηση, κυρίως μέσα από τους προέδρους, τον κ. Αλέκο Αγγελετάκη και τον κ. Νίκο Δακτυλίδη, αλλά και όλα τα μέλη της, τα οποία είχαν αθόρυβη αλλά καθοριστική συμβολή.

Όσον αφορά την οργάνωση, θεωρώ πως ήταν ένα από τα βασικά μας πλεονεκτήματα. Υπάρχει ξεκάθαρη δομή, διακριτοί ρόλοι για τον καθένα και σαφής κατανομή ευθυνών. Όλοι έχουμε συγκεκριμένες αρμοδιότητες και κοινό προσανατολισμό προς το σύνολο.

Όλα αυτά, στην πορεία, διαμόρφωσαν έναν χαρακτήρα ομάδας που θύμιζε οργανισμό με χρόνια παρουσίας στην GBL. Και αυτός ο χαρακτήρας δεν χτίστηκε μόνο μέσα από τις επιτυχίες, αλλά και μέσα από τις δυσκολίες, την καθημερινότητα, έναν απαιτητικό χειμώνα στο νησί, τα συνεχόμενα ταξίδια και τις προκλήσεις. Μέσα από όλα αυτά, με τη συνέπεια και την καλή οργάνωση ως βάση, διαμορφώσαμε αυτόν τον χαρακτήρα που μας έφερε ως εδώ».

Όταν ξεκινούσε αυτό το εγχείρημα, τι βλέπατε στο μέλλον του; Και πώς συγκρίνεται εκείνο το αρχικό όραμα με την πραγματικότητα του σήμερα;

«Όταν ήρθα στη Μύκονο ως πρώτος προπονητής στη Β’ Εθνική, ήταν πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι μέσα σε μια τετραετία θα καταφέρει να ανέβει δύο κατηγορίες και να έχει αυτή την πορεία. Ωστόσο, από την πρώτη κιόλας μέρα ήταν φανερό ότι υπήρχε όραμα, διάθεση και μια ομάδα με τη δυνατότητα να στηρίξει το μπάτζετ της, κάτι εξαιρετικά σημαντικό στο σύγχρονο επαγγελματικό μπάσκετ. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Μύκονος, σε οποιαδήποτε κατηγορία κι αν αγωνίζεται, έχει ένα επιπλέον κόστος της τάξης του 25–30% λόγω της γεωγραφικής της θέσης, σε σχέση με μια ομάδα της Αθήνας.

Παρ’ όλα αυτά, υπήρχαν τα εφόδια και μια όμορφη παρέα χωρίς έπαρση, και αυτό για μένα ήταν το πιο σημαντικό. Η Μύκονος από μόνη της είναι ένα ισχυρό brand. Δεν χρειάζεται υπερβολές και φανφάρες. Παράλληλα, έπρεπε να αναδείξει τη φιλοξενία της σε όλο το οικοδόμημα του ελληνικού μπάσκετ και να παρουσιάσει μια διαφορετική κουλτούρα αθλητισμού και πολιτισμού σε έναν τόπο που δεν ήταν εξοικειωμένος σε αυτό το επίπεδο. Αυτά τα στοιχεία έδειχναν από νωρίς ότι πάμε να δημιουργήσουμε κάτι ουσιαστικό. Χαίρομαι που είμαι μέρος αυτής της διαδρομής και αισθάνομαι πραγματικά περήφανος που, μαζί με αυτούς τους ανθρώπους, πορευτήκαμε με χαμηλούς τόνους.

Τα αποτελέσματα ξεπέρασαν τις προσδοκίες μας, αφού η ομάδα κατάφερε, στην πρώτη κιόλας χρονιά απέναντι σε τόσο δυνατούς αντιπάλους, να τερματίσει στη 7η θέση, να μπει στα playoffs και να έχει εξασφαλίσει την παραμονή αρκετές αγωνιστικές πριν από το τέλος. Είναι κάτι πραγματικά εντυπωσιακό. Δεν νομίζω ότι το περίμενε ούτε ο πιο αισιόδοξος άνθρωπος του μπάσκετ. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι φέτος η GBL είναι ίσως η πιο ισχυρή και πιο ακριβή των τελευταίων ετών, με ομάδες ιστορικές και υψηλού μπάτζετ να παλεύουν μέχρι την τελευταία αγωνιστική για την παραμονή τους».

Μπορούμε λοιπόν να πούμε πλέον ότι «υπάρχει μπάσκετ στη Μύκονο»; Τι σημαίνει αυτή η φράση για εσάς στην πράξη;

«Η διαπίστωση από μόνη της δημιουργεί ένα πολύ ευχάριστο συναίσθημα. Το μπάσκετ ήρθε στη Μύκονο με εντυπωσιακό τρόπο, και με τη συμμετοχή ολόκληρου του νησιού. Το αν ήρθε για να μείνει, ίσως είναι ακόμη νωρίς για να το πούμε με απόλυτη βεβαιότητα, γιατί η ιστορία του επαγγελματικού μπάσκετ στην Ελλάδα δείχνει ότι απαιτούνται σωστός σχεδιασμός, προσεκτικά βήματα και υπομονή. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η εκκίνηση ανοίγει έναν νέο ορίζοντα σκέψεων, από τις υποδομές και το γήπεδο μέχρι και πιο μακρινές προοπτικές. Νομίζω όμως ότι η αίσθηση είναι ξεκάθαρη: ήρθε για να μείνει. Δεν πρόκειται για μια μπασκετική φούσκα που θα περάσει γρήγορα. Αυτή είναι, τουλάχιστον, η δική μου αίσθηση».

Αν σας ζητούσα να ξεχωρίσετε τρεις στιγμές από τη φετινή σεζόν, μία στο παρκέ, μία στα αποδυτήρια και μία έξω από το γήπεδο, ποιες θα ήταν;

«Στο αγωνιστικό κομμάτι, αν πρέπει να ξεχωρίσω μία στιγμή, θα έλεγα τη νίκη στο Μαρούσι. Η νίκη με τον ΠΑΟΚ ήταν σίγουρα αυτή που πανηγυρίστηκε περισσότερο, όμως εκείνη στο Μαρούσι είχε ιδιαίτερη σημασία, γιατί όπως φάνηκε εκ των υστέρων, ήταν ένα πολύ μεγάλο αποτέλεσμα. Σημάδεψε και ουσιαστικά ολοκλήρωσε μια δύσκολη περίοδο για εμάς, ένα πιεστικό δίμηνο με αρκετούς τραυματισμούς και αρνητικά αποτελέσματα.

Στα αποδυτήρια, θα κρατήσω τη στιγμή μετά το ίδιο παιχνίδι στο Μαρούσι: το ξέσπασμα του Κάναντι, και την αγκαλιά όλων των παικτών. Εκεί φάνηκε τι σημαίνει ομάδα. Μια ομάδα που είχε πιεστεί πολύ, αλλά βρήκε τον τρόπο να βγάλει χαρακτήρα, να δείξει ένα πρόσωπο ενότητας και να εκφράσει όλη την ένταση και την επιθυμία που είχε για επιτυχία. Νομίζω ότι ακόμα και τα δάκρυα ενός Αμερικανού παίκτη αποτυπώνουν την προσπάθεια και το δέσιμο αυτής της παρέας.

Εκτός παρκέ, θα πω κάτι διαφορετικό: το γεγονός ότι δώσαμε τους εντός έδρας αγώνες στη Μύκονο και όχι αλλού. Το ότι ολοκληρώθηκε και λειτούργησε αυτό το γήπεδο είναι, για μένα, μεγαλύτερη επιτυχία από οποιοδήποτε αγωνιστικό αποτέλεσμα! Αν με ρωτούσε κάποιος ποια είναι η μεγαλύτερη επιτυχία αυτής της τετραετίας, θα έλεγα ότι είναι πως η Μύκονος έπαιξε στη μεγάλη κατηγορία στο δικό της γήπεδο. Αυτό που έγινε το καλοκαίρι, μέχρι και την πρώτη εντός έδρας αναμέτρηση με τον Ολυμπιακό, δεν περιγράφεται εύκολα. Οικονομικές θυσίες από τη διοίκηση, ατελείωτες ώρες δουλειάς από όλους μας, παρουσία καθημερινή στο γήπεδο, και μεγάλη βοήθεια από τον Δήμο και την Περιφέρεια για να ξεπεραστούν τα γραφειοκρατικά εμπόδια.

Για μένα, αυτό ξεπερνά κάθε αγωνιστική επιτυχία. Και ίσως γι’ αυτό πάντα λέω ότι δημιουργήθηκε ένα boutique γήπεδο, ένα γήπεδο ζεστό, φιλικό, που ταιριάζει απόλυτα με το νησί, την αισθητική και την κουλτούρα του. Ένα γήπεδο που δένει με το μπλε και το άσπρο, με τη θάλασσα και την ταυτότητα της Μυκόνου. Και αυτό, για μένα, ήταν ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία όλης αυτής της διαδρομής».

Τι σημαίνει αυτή η επιτυχία για τη συνέχεια του πλάνου; Είναι ένα «ταβάνι» ή μια αφετηρία;

«Πραγματικά, όταν πετυχαίνεις τόσα πολλά σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, εύκολα μπορεί να δημιουργηθεί η αίσθηση ότι δεν έχεις κάτι μεγαλύτερο να κυνηγήσεις. Παρ’ όλα αυτά, δεν θα το χαρακτήριζα “ταβάνι”, γιατί θεωρώ ότι αυτή είναι λάθος προσέγγιση. Θα έλεγα ότι αυτή η σεζόν αποτελεί ένα ορόσημο. Ο τρόπος λειτουργίας, οι ισορροπίες, οι διαδικασίες και όλα όσα χτίστηκαν αποτελούν μια δυνατή βάση για τη συνέχεια. Δημιουργούν, δηλαδή, το πλαίσιο πάνω στο οποίο μπορείς να συνεχίσεις σταθερά και τα επόμενα χρόνια. Η παρουσία και μόνο στη GBL, η εικόνα, η ατμόσφαιρα και ό,τι χτίζεται χρόνο με τον χρόνο μέσα από τη σχέση με την τοπική κοινωνία είναι αυτά που θα μας οδηγήσουν φυσικά στο επόμενο βήμα. Το σημαντικό είναι, μόλις ολοκληρωθεί και τυπικά η χρονιά με τα playoffs απέναντι στον Παναθηναϊκό, να καθίσουμε όλοι μαζί στο ίδιο τραπέζι, όπως κάναμε σε όλη τη διάρκεια της σεζόν, και να αποφασίσουμε με καθαρό μυαλό ποιο θα είναι το επόμενο βήμα μας».

Τι θα θέλατε να κρατήσει ο κόσμος από αυτή την πορεία, πέρα από τα αποτελέσματα και τους αριθμούς;

«Να μείνει το ότι οι οικογένειες και τα παιδιά του νησιού ένιωσαν πως ο χειμώνας της Μυκόνου έγινε πιο ζεστός και πιο αθλητικός. Αν το πούμε πιο απλά, αυτό είναι το σημαντικό. Δεν έχει να κάνει μόνο με το αν κερδίζεις ή αν χάνεις. Αυτό που μένει στη συνείδηση των ανθρώπων είναι ότι τα Σαββατοκύριακα του χειμώνα βρήκαν μια διέξοδο, μια γιορτή. Ο κόσμος γέμιζε το γήπεδο, έβλεπε την ομάδα του τόπου του, τα παιδιά έβλεπαν τα πρότυπά τους, τους αντιπάλους, τους αθλητές που θαυμάζουν, έτρεχαν για ένα αυτόγραφο ή μια φωτογραφία και έφευγαν με χαμόγελο. Και νομίζω ότι αυτό είναι το πιο ουσιαστικό που μπορεί να μείνει».

Τι σας κάνει πιο περήφανο όταν κοιτάτε πίσω σ’ αυτή τη χρονιά;

«Η αλληλεπίδραση με τον κόσμο της Μυκόνου και η εμπιστοσύνη της διοίκησης, κάτι που για μένα είναι πολύ σημαντικό, γιατί δεν είναι εύκολο να θέτεις στόχους και να διαχειρίζεσαι προσδοκίες όταν έχεις απέναντί σου ανθρώπους που επενδύουν και στηρίζουν ουσιαστικά την προσπάθεια. Και φυσικά, στο αγωνιστικό κομμάτι, η σχέση που δημιουργήθηκε με τους αθλητές και το σταφ είναι κάτι που με κάνει πραγματικά περήφανο. Ήταν μια συνεργασία με εμπιστοσύνη, καθημερινή δουλειά και κοινό στόχο.

Θα ήθελα να σταθώ λίγο παραπάνω στους φιλάθλους της ομάδας μας, οι οποίοι καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς ήταν εκεί. Ήταν η μεγάλη μας δύναμη! Το χειροκρότημά τους και οι χαρούμενες φωνές τους αποτέλεσαν το μεγαλύτερο κίνητρο για εμάς. Επίσης, θα πρέπει να πω ότι υπήρξε και κάτι ακόμα πολύ σημαντικό: η τεράστια βοήθεια των εθελοντών. Μιλάμε για μια ομάδα 30–40 ανθρώπων που ήταν παρόντες σε κάθε αγώνα, με την καθοδήγηση του Γιάννη Κέφη, ενός ανθρώπου που ουσιαστικά έδωσε ρυθμό και οργάνωση σε όλη αυτή την προσπάθεια, ενώ η φωνή του συνόδευε τον παλμό του γηπέδου και τις όμορφες αναμνήσεις μας.

Παράλληλα, δεν πρέπει να ξεχνάμε και το χορηγικό κομμάτι. Πέρα από τη φυσική παρουσία στο γήπεδο, ένα πολύ μεγάλο μέρος του μπάτζετ της ομάδας καλύφθηκε από ανθρώπους, επιχειρηματίες και επιχειρήσεις του νησιού. Στην ουσία, η ομάδα στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό εκ των έσω, αφού η πλειοψηφία των πόρων προήλθε από τη Μύκονο.

Αν δεν υπήρχαν, λοιπόν, οι εθελοντές, αν δεν υπήρχε η στήριξη των χορηγών του νησιού και, πάνω απ’ όλα, η αγάπη του κόσμου, δεν θα μπορούσε να σταθεί όλη αυτή η προσπάθεια. Και αυτό, για μένα, είναι από τα πιο δυνατά στοιχεία αυτής της χρονιάς».

Photo credit: Αργυρώ Κουκά

Di

it_ITIT