
Διαβάζω ανάρτηση γνωστού ηθοποιού, λαλίστατου και υπερδραστήριου στα σόσιαλ μίντια. Δηλώνει λοιπόν πάρα πολύ ανήσυχος, καθώς προβλέπει ότι σε λίγα χρόνια ουδείς Ελληνας θα πηγαίνει στα νησιά μας, διότι θα τα έχουμε τόσο πολύ αλλοιώσει με στόχο τον υπερτουρισμό ώστε «…σε τίποτα δεν θα θυμίζουν πια το υπέροχο Αιγαίο των ταινιών του ’60, της ξεγνοιασιάς, της ψαροταβέρνας και της γειτονιάς».
Και από κάτω, πολλά «αχ» και «βαχ», και αποχαιρετισμοί στη χαμένη αθωότητα, και αναθέματα στην ανάπτυξη που καταπίνει το κουλέρ λοκάλ και στο εύκολο κέρδος, και πολλά «πες τα» και νύξεις, πολιτικές, για το ανάλγητο κράτος που δεν λαμβάνει μέτρα προστασίας, και αποθέωση για τους Βαρκελωνιώτες που μπουγελώνουν με νεροπίστολα τους τουρίστες, και άλλα τέτοια.
Beautiful! Αν κατάλαβα καλά, που κατάλαβα, ο συγκεκριμένος και οι ακόλουθοί του θα ήθελαν τα νησιά μας να μείνουν εις τους αιώνας των αιώνων ένα ιδιωτικό σκηνικό για τις ιδιωτικές τους αποδράσεις. Με rooms to let, με έμπνευση από τη δεκαετία του ’80, αλλά – γιατί όχι; – και ακόμη πιο πίσω. Να έμενε, ας πούμε, η Αντίπαρος στην εποχή της «Μανταλένας»; Να μην υπήρχαν καταστήματα, ξενοδοχεία, να μη γίνονταν οικοδομικές εργασίες, οι κάτοικοι να παιδεύονταν να ψευτοκαλλιεργήσουν τα χέρσα χωράφια της και αν μια οικογένεια έχανε τον πατέρα – δουλευτή να έπρεπε να πουλήσει το γαϊδουράκι της για να επιβιώσει;
Για να πηγαίνουμε εμείς εκεί και να ζούμε το όνειρό μας. Να τρώμε φρεσκοψαρεμένο γαύρο και να παίζουν οι τσαμπούνες για να χορεύουμε μπάλο. Ολο αυτό για 15 μέρες· και τις υπόλοιπες 350 του χρόνου οι κάτοικοι να βουρλίζονται για να επιβιώσουν. Ενώ τώρα ξέρω ντόπιους, αλλά και μετανάστες, στο νησί (που, ως κατά το ήμισυ Παριανή, το θυμάμαι αποκλεισμένο και πάμφτωχο ακόμη και χρόνια μετά τη «Μανταλένα») που δούλεψαν σαν τα σκυλιά, αλλά απέκτησαν περιουσία.
Βλέπω επίσης και διαμαρτυρίες κάποιων – ευτυχώς όχι όλων – παλιών «Μυκονιατών», ανθρώπων δηλαδή που οι γονείς τους είχαν φτιάξει σπίτι στο νησί τις δεκαετίες του ’60 και του ’50, επειδή οι καφενέδες δεν είναι πια καφενέδες, δεν σέρνουν πλέον τις βάρκες στην άμμο και δεν αναγνωρίζουν το νησί όπου πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια περπατώντας ανέμελοι και ξυπόλητοι στα σοκάκια του. Κάπου ώπα όμως. Να θυμίσω στους νοσταλγούς της χαμένης τους αθωότητας ότι το σπίτι τους εκεί χτίστηκε, εκείνες τις εποχές, από ντόπια πάμφθηνα εργατικά χέρια σε οικόπεδα που αγοράστηκαν για ένα κομμάτι ψωμί, πατώντας στην ανάγκη των κατοίκων. Και σήμερα, αυτή η αλλοίωση που αποστρέφονται έχει υπερπολλαπλασιάσει την αξία της περιουσίας τους και με τα λεφτά που παίρνουν (αδήλωτα κυρίως) από τις βραχυχρόνιες μισθώσεις ζούνε όλο τον χρόνο. Ενώ είναι αυτοί ακριβώς που κάποτε ανήγαγαν τη Μύκονο σε κοσμικό προορισμό και place to be. Αλλά από τότε που δεν τους κάνουν πια ρεβεράντζες εκδίδουν κάθε καλοκαίρι, εδώ και 20 χρόνια, δελτίο «πτώσης» της Μυκόνου. Που αν έπεφτε κάθε χρόνο, θα είχε καταποντιστεί, θα είχε πιάσει πάτο. Και εγώ μια χαρά φίσκα την είδα και φέτος. Αναρωτιέμαι λοιπόν μήπως κάποιοι κάνουν προβολή τη δική τους παρακμή στο ωραιότερο νησί των Κυκλάδων.
Αλλ’ αντ’ άλλων
Ναι, ο υπερτουρισμός είναι ένα σύγχρονο πρόβλημα, αλλά οι περισσότεροι μιλάμε γι’ αυτό χωρίς να ξέρουμε περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Χωρίς να έχουμε βγει προηγουμένως από το υπερτροφικό μας εγώ για να συνειδητοποιήσουμε ότι τα νησιά δεν είναι το προσωπικό καλοκαιρινό μας λούνα παρκ. Πρόκειται για κάτι ιδιαίτερα σύνθετο, πολύ μακριά από την απλούστευση του καφενέ που έγινε τζελατερία· και που δεν αντιμετωπίζεται με νεροπίστολα, αλλά με σχέδιο, όραμα και με σωστή διαχείριση. Δεν είναι, για παράδειγμα, ο υπερτουρισμός που προκάλεσε τις πρόσφατες πυρκαγιές στην Πάρο, αλλά το ότι δεν υπήρχε οργανωμένη διαχείριση του μεγάλου όγκου των σκουπιδιών.
Τώρα, αν θέλουν κάποιοι τους νησιώτες πάμφτωχους, να τρίβουν παξιμάδι πάνω στα μακαρόνια τους για να ξεγελιούνται ότι είναι κιμάς, ώστε να διασωθεί η γραφικότητα, συγγνώμη αλλά δεν θα τους κάνουν τη χάρη.